[

Στη Μαριούπολη, πόλη στην περιφέρεια του Ντονέτσκ που βρέχεται από την Αζοφική Θάλασσα, κατοικεί ένα από τα λίγα εναπομείναντα και συμπαγή μέρη του παρευξείνιου ελληνισμού. Υπάρχουν 29 ελληνικά χωριά και περίπου 150.000 κάτοικοι ελληνικής καταγωγής που έχουν κάνει πολλούς μεικτούς γάμους.

Η αδιάκοπη ελληνική παρουσία

Οι Έλληνες της Ουκρανίας έχουν πίσω τους μια μακρά ιστορία. Οι πρώτες αρχαίες ελληνικές αποικίες εμφανίστηκαν στα τέλη του 7ου με αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., κοντά στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας και τη χερσόνησο της Κριμαίας ή Ταυρικής, κατά τους αρχαίους Έλληνες.

“Οι Έλληνες της Ουκρανίας με μητροπολιτικό κέντρο την Κριμαία αποτελούν τον αρχαιότερο λαό που κατοίκησε στα εδάφη αυτά, πολύ πριν από την έλευση των Τατάρων και των σλαβικών φύλων.

Η αίσθηση της εντοπιότητας αποκτήθηκε εξαιτίας αυτού του χρονικού βάθους και η ιστορική αυτή σχέση επέτρεψε τη δημιουργία μιας ελληνικής αγροτικής ενδοχώρας”, σύμφωνα με τον διδάκτορα σύγχρονης ιστορίας και μαθηματικό, Βλάση Αγτζίδη.

Το 1783, η Ρωσία προσάρτησε τη μέχρι τότε οθωμανοκρατούμενη Κριμαία. Πέντε χρόνια πριν, η Τσαρίνα Αικατερίνη Β’ η Μεγάλη διέταξε την επανεγκατάσταση 50.000 Ελλήνων από τη χερσόνησο στη Βόρεια Αζοφική. Η έξοδος πραγματοποιήθηκε υπό την καθοδήγηση του Μητροπολίτη Ιγνάτιου.

Εκεί ίδρυσαν μια νέα πόλη, στην οποία έδωσαν το όνομα της Παναγίας. Έτσι “γεννήθηκε” η Μαριούπολη και προέκυψε ο όρος Έλληνες της Αζοφικής. Με τα αυτοκρατορικά διατάγματα του 1779 και του 1790, η περιφέρεια της Αζοφικής με πρωτεύουσα τη Μαριούπολη απέκτησε το καθεστώς της αυτόνομης διοικητικής περιοχής.

H πολιτιστική ανάπτυξη την περίοδο του Μεσοπολέμου

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, “η πολιτιστική ανάπτυξη των Ελλήνων της Μαριούπολης, όπως και της υπόλοιπης Σοβιετικής Ένωσης, ήταν από τις προτεραιότητες του νέου τότε συστήματος”, αναφέρει ο Βλάσης Αγτζίδης.

Το 1928, μόνο στη Μαριούπολη λειτουργούσαν 39 πρωτοβάθμια ελληνικά σχολεία και 6 δευτεροβάθμια με 159 δασκάλους. Το ίδιο έτος ιδρύθηκε στο πλαίσιο της Παιδαγωγικής Σχολής ελληνικό τμήμα που εκπαίδευε δασκάλους για την ελληνική μειονότητα.

Το 1930, ο εκδοτικός οίκος Κολεχτιβιστής, με έδρα τη Μαριούπολη, ξεκίνησε τη δράση του. Εξέδιδε ελληνικά βιβλία, κυρίως λογοτεχνικά και σχολικά, και την ομώνυμη εφημερίδα στη δημοτική και τα Ρουμέικα, όπως ονομάζουν οι ντόπιοι τη μαριουπολίτικη διάλεκτο.

Στη Μαριούπολη, επίσης, συγκροτήθηκε ελληνική φιλολογική ομάδα που υπέγραφε διάφορα κείμενα στην εφημερίδα “Κολεχτιβιστής“.

Η εφημερίδα “Κολεχτιβιστής” που εξέδιδε ο ομώνυμος εκδοτικός οίκος στη Μαριούπολη – Πηγή εικόνας: Blog Βλάση Αγτζίδη

Την επιμέλεια των σχολικών βιβλίων είχε ο δημοτικιστής δάσκαλος, Αμφικτύων Δημητρίου. Ο ποιητής Γιώργος Κοστοπράφ αποτέλεσε μια εξέχουσα προσωπικότητα στο χώρο των γραμμάτων. Έγραφε τα ποιήματά του στην τοπική διάλεκτο και έγινε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της ελληνόφωνης σοβιετικής λογοτεχνίας.

Γκούλαγκ

Στα τέλη του 1937, η πολιτιστική ανάπτυξη των Ελλήνων της Μαριούπολης ανακόπηκε βίαια από το σταλινικό καθεστώς. Οι Έλληνες στοχοποιήθηκαν όπως και αρκετές ακόμα μικρές μειονοτικές ομάδες του πληθυσμού.

Τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν, τα ελληνικά κομματικά τυπογραφεία καταστράφηκαν και οι αυτόνομες σοβιετικές ελληνικές περιοχές καταργήθηκαν.

Εκατοντάδες έχασαν τη ζωή τους και χιλιάδες στάλθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης γκουλάγκ. Για χρόνια, πολλοί δεν δήλωναν την ελληνική τους καταγωγή εξαιτίας του φόβου που τους κληροδότησε η περίοδος του διώξεων του Στάλιν.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Έλληνες της Κριμαίας, μαζί με τους Τάταρους, τους Βούλγαρους και τους Αρμένιους, εκτοπίστηκαν στην Κεντρική Ασία.

Στα νεότερα χρόνια

Ο ελληνισμός της Ουκρανίας και η Μαριούπολη ανέκαμψαν στα χρόνια της Περεστρόικα. Τον Ιανουάριο του 1989, ιδρύθηκε στη Μαριούπολη ο πρώτος Ελληνικός Σύλλογος, με αποστολή την αναγέννηση της τοπικής διαλέκτου.

Από το 1992 μέχρι το 2000, μεταδιδόταν δύο φορές το μήνα η εκπομπή “Καλησπέρα” στον τοπικό δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό. Από το 1994 άρχισε να κυκλοφορεί η εφημερίδα “Χρόνος” από τον Ελληνικό Σύλλογο Μαριούπολης.

Πηγή κεντρικής φωτογραφίας: Youtube

Με πληροφορίες από: Καθημερινή και Blog Βλάση Αγτζίδη


Πηγη